Advice of the day: Don't go with the flow



We all need some alone time



If there was a relationship Bible, the phrase “I need some space/time for myself” would be the entrance logo into hell, written in bold neon lights on a billboard hanging over the gates. How many times haven’t we made the worst scenarios, even reached the phase of a breakup just because we heard this single line?

Yes, it’s harsh. When you feel the most comfortable, when you finally feel like letting go, being happy, flying, seeing unicorns, being on cloud nine, etc., here comes the bomb. “Would you like to spend some time apart every once in a while?. I need some space.”

The more I think about it, the more awkward it is; especially when you are the receiver of the message. You fall, with your face to the ground, and rack your brain to figure out what you have done wrong. Have you been overly attached? Were you suffocating them? Did you put pressure on them about something and did not realize it? Probably; for them to ask for some alone time.

You may be right. You may be wrong.
Or both, like Schrodinger’s cat.

The right part we already know. They got bored, they freaked out with the potential commitment, they asked for some free time to push you away. Even worse? They have alternative options and want to keep them all satisfied. Impossible? Not at all my dear. To be honest, when handling two people at the same time, the “I need my time” excuse is rather indisputable.

If you happen to belong to the aforementioned category -Dear Lord- you are unlucky and I’ll bring you a bottle of wine so we can empty it and cry over your misfortune.

But have you ever thought that there might be some people that need to spend time alone, especially at the beginning of a relationship, when the need for intimacy isn’t really at its best?

A reasonable human being would ask “what for” and here there are only a few potential answers. To go to the toilet without having to turn the tap on, to burp or empty their lower air ventilation system –yes, were talking about passing gas here!– without any complaints and/or failed attempts at discretion that will end up in a smelly outcome, or even to eat like a pig.

Want more? How about hanging out naked in your apartment, spending all day in pajamas a tracksuit or in granny pants, just because this way they feel more comfortable. Having a cigarette or a drink or their own.

Or maybe binge-watching the series they liked since they were kids and they are too shy to admit it to anyone. (All “My little pony” fans around the globe, you are safe!). Others may want to spend some time with friends and family, or even sleep like there’s no tomorrow.

So the next time that you (and me and all of the people) hear an “I want to be alone”-ish excuse, it would be best not to panic. Instead of seeing ghosts and imagining roman orgies, it is way better to consider that our Significant Other just wanted to sleep in front of the TV, drooling from the one side of their mouth.

Life is simple, and so should we be.

First Published @ http://www.pillowfights.co.uk/truth_fairy/item4517/We_all_need_some_alone_time

Quilling






Magically transform your mason jars


If you really enjoy jam and you have already collected a mountain of empty jars, here is the perfect way to turn them into something beautiful for your home decoration. Either you decide to keep it as a plain decorative element or you end up putting a candle in it, the result is going to be equivalently spectacular.
Now, let’s see what we will need in order to make it. The materials are simple, easy to find and low-cost.

Materials:

·         An empty jar
·         A pair of scissors
·         A cinnamon stick
·         A ribbon
·         Lace
·         A paintbrush
·         White glue
First of all, we need to cut the lace all along the diameter and height of the jar (right before its “neck”). Don’t worry if it is a bit longer or wider; it can be trimmed easily later on.
We will cover the surface of the jar in glue. The color is nothing to preoccupy us, since it’s going to become transparent once the glue dries.

Time to get dirty and put the lace all over the surface of the jar. Be careful to slightly push the lace against the jar walls, to ensure that it will stick.


It is better to be sure that the beginning and the end of the lace are stable, so don’t hesitate to apply one more layer of glue on the top of them.

Leave the jar aside to dry overnight. It will be ready once everything becomes transparent. Meanwhile, let’s prepare its decorations. We take the cinnamon stick, the ribbon and we make a simple bow.

Once the lace is stuck on the jar, use the glue to attach the cinnamon stick on the jar. Apply some glue on the knot as well, to prevent it from loosening. Leave it also to dry overnight, and your decorative jar will be ready for use! Don’t forget to trim any remaining lace off the edges!

Good crafting J




Oι μίζεροι


Δεν υπάρχει χειρότερη ράτσα ανθρώπου από τους μίζερους. Η κατάστασή τους δε γνωρίζει σύνορα, κοινωνικές τάξεις και φύλο. Από τον overthinker φίλο, στην κλαψιάρα γκόμενα κι απ’ τη γκρινιάρα μάνα στο τσιγκούνικο αφεντικό. Μόνο όψεις αλλάζει η μιζέρια. Στη φτώχεια μεταφράζεται ως κακομοιριά, στον πλούτο ως σνομπαρία και τουπέ.
Όλοι έχουν τις ίδιες σουφρωμένες φάτσες και σφιγμένα χαρακτηριστικά. Σαν κάτι να τους τρώει από μέσα.  Ανοίγουν το στόμα να μιλήσουν και από μέσα τους αναβλύζει σαπίλα, λες και κάτι ψόφησε πρόσφατα. Αδυνατούν να ηρεμήσουν. Πρέπει πάντα να βρουν εξιλαστήριο θύμα σε έναν εξωγενή παράγοντα.
Θα τους βρεις να πλάθουν σενάρια επί των σεναρίων, φαντάζονται δολοπλοκίες και ίντριγκες εις βάρος τους, βλέπουν πάντα τη χειρότερη εκδοχή των καταστάσεων. Φτάνουν σε συμπεράσματα και προξενούν έριδες χωρίς κανένα λόγο. Έτσι, γιατί γουστάρουν να βρίσκονται σε μόνιμη εγρήγορση. Η καλή έκβαση μιας κατάστασης, για αυτούς τους ανθρώπους αποτελεί μόνο προοίμιο μυρίων κακών που θα εμφανιστούν. Δεν έχουν μάθει να χειρίζονται την ευτυχία. Πάντα κάτι θα ελλοχεύει από πίσω. Κι αν δε συμβαίνει αυτό, τότε πολύ άνετα θα το δημιουργήσουν
Ή θα κλαίγονται. Αλύπητα, ασταμάτητα και ανελέητα. Για ψύλλου πήδημα. Για τα φραγκοδίφραγκα που χάσανε σε μια αγορά, της τάξης του cent, γιατί «σε ένα μήνα αυτό είναι 1 ευρώ», για την ατυχία που μόνο τη δική τους πόρτα χτυπάει επειδή έπεσε λίγο παραπάνω αλάτι στο φαΐ, για τις επαναλαμβανόμενες «μαλακίες» που τους παίξανε φίλοι και σύντροφοι ενώ οι ίδιοι συνεχίζουν να επιλέγουν τον ίδιο τύπο προσώπων στη ζωή τους.  Σε απλά ελληνικά, τα θες και τα παθαίνεις άμα συνεχίζεις να διαλέγεις «σιγανά ποταμάκια», γιατί οι εκφραστικοί άνθρωποι σου φαίνονται κάφροι και ανήθικοι.
Σε ακραίες περιπτώσεις, μέχρι και η εμφάνισή τους γίνεται το κερασάκι στην τούρτα. Εξωτερικεύουν την ασχήμια του εσωτερικού τους κόσμου στην εμφάνισή τους διαλέγοντας ρούχα και άλλες στυλιστικές επιλογές, που, όχι απλά δεν τους κολακεύουν, αλλά τονίζουν χειρότερα τα όποια ελαττώματά τους. Παίρνεις και μια κλαψιάρικη, λυρική φωνή σε μόνιμη ελάσσονα μπόνους, γιατί μπορείς. Λες και θέλουν να φαίνονται πιο άσχημοι, για να βρίσκει τόπο η μιζέρια να προσγειωθεί πάνω τους, λες και δεν τους έφτανε η εσωτερική.
Στη χειρότερη μορφή τους, ζουν πίσω από κλειστά παραθυρόφυλλα μέρα μεσημέρι (εκτός από τις μέρες με καύσωνα, που το κάνουμε όλοι). Ο κόσμος τους θα ήταν ένα δωμάτιο αποκομμένο από οποιαδήποτε αλληλεπίδραση, εάν ήταν δυνατό. Καμία διέξοδος, καμία χαρά για τη ζωή. Οι απολαύσεις είναι απαγορευμένες, γιατί είναι ανήθικες, προκαλούν εξάρτηση ή έξοδα. Το χειρότερο; Νομίζουν πως είναι ευτυχισμένοι σε αυτή την κατάσταση.
Είναι ικανοποιημένοι με τη ζωή τους και είναι αυτοί που «παινεύουν το σπίτι τους»  καλύτερα από όλους. Προσπαθούν να προσηλυτίσουν κι άλλους σε αυτόν τον τρόπο ζωής, ελπίζοντας πως το κάνουν αξιοζήλευτο. Το μόνο που πετυχαίνουν είναι το αξιολύπητο. Ναι, σ’ εσένα μιλάω, που έχεις φτάσει τριάντα και το παίζεις ότι γουστάρεις να κάνεις οικονομία ενώ τα λεφτά απ’ το μισθό σου τα χειρίζεται η μαμά. Κακομαθημένο πεντάχρονο!
Όχι ρε φίλε, σιχάθηκα να σας βλέπω παντού γύρω μου. Βαρέθηκα την κακομοιριά σας, τις σκευωρίες σας, τις πολιτικές και κοινωνικές σας απόψεις, την έλλειψη διάθεσης για ζωή από παντού,τις μεμψίμοιρες φάτσες. Πάτε να κλειστείτε στο δωμάτιο και την κοσμάρα σας και αφήστε τους υπόλοιπους να ζήσoυν χωρίς κόμπλεξ, τσίτα και φαγωμάρα. 

Πρώτη δημοσίευση: mindthetrap.gr

Αντι-πριγκίπισες του κόσμου, ενωθείτε!


Εδώ και χιλιάδες χρόνια, αλλά και μέχρι σήμερα, η απόλυτη γυναικεία φιλοδοξία που κατέτρεχε –και συνεχίζει να κατατρέχει– κοριτσάκια και μαμάδες ανά τον κόσμο ήταν αυτή του μια μέρα να γίνουν πριγκίπισες ή να τις καμαρώσουν πριγκίπισες –αφού αυτές δεν έγιναν αντίστοιχα και αντ’ αυτού κατέληξαν με τον Μπάμπη τον εργολάβο να βλέπουν «Μπρούσκο» τ’απογεύματα. Και καλά, πάει στο διάολο το λούσο και το διαμαντικό, που όσο και να το παίξουμε υπεράνω, όλες περνάμε τη girly φάση μας, το θαυμάζουμε και κρύβουμε μέσα μας μια μικρή Χουρέμ Σουλτάν, αλλά τη φιλοδοξία της γλάστρας πού την πας;
Γιατί αγάπη μου, πολλές το ‘χουν στο αίμα τους το DNA του φίκου. Κάθομαι στην ακρούλα, μαλλί και νύχι στην τρίχα, δε βγάζω άχνα και γίνομαι κατάλληλη μελλοντική σύζυγος και μητέρα. Θεσπέσια! Αν ο σύζυγος είναι και εύπορος, δε θα χρειαστεί να δουλέψω και ποτέ. Ας ατενίσω τώρα το βασίλειό μου (που απαρτίζεται από τα λέγκο του Παναγιωτάκη και το κάστρο της Μπάρμπι) μέχρι να σφυρίξει η χύτρα, μην καεί κι ο αρακάς.
Βέβαια, να τα λέμε κι όλα, δε φταίνε σε κάτι τα άμοιρα τα κοριτσάκια. Από γεννησιμιού τους αφέθηκαν να φωτοσυνθέσουν στο άπλετο φως του ελληνικού ήλιου. Όταν ως παιδι σου δίνουν μια κούκλα και στο τσακίρ κέφι κουζινικά, οι επιλογές σου είναι μάλλον περιορισμένες. Όταν τα γυναικεία πρότυπα που παρουσιάζονται στα παιδικά και στα βιβλία περιορίζονται στους ρόλους της πανέμορφης πριγκίπισας και της πλήρως αφοσιωμένης μητέρας με σκυμμένο το κεφάλι, τι νομίζεις πως θα γίνεις; Στην καλύτερη των περιπτώσεων, μια νοικοκυρά που ξέρει να είναι περιποιείται τον εαυτό της, με την ελπίδα πως κάποια μέρα θα γίνει πριγκίπισα ή θα κάνει πριγκίπισα την κόρη της αν δεν τα καταφέρει η ίδια. Φαύλος κύκλος δηλαδή.
Στο διάστημα που τα κοριτσάκια αναλώνονται στο ποιο φόρεμα ταιριάζει καλύτερα με το «366-Σαγηνευτικό Μπορδοροδοκόκκινο» κραγιόν, τα αγοράκια ασχολούνται με κατασκευές, ανοίγουν συσκευές με κατσαβίδια, ασχολούνται με ηλεκτρονικές συσκευές, παίζουν πόλεμο και βιντεοπαιχνίδια. Άλλος τομέας που πονάει. Ενώ στη μία πλευρά έχεις παιχνίδια που αναπτύσσουν την ικανότητα λύσης προβλημάτων, τα αντανακλαστικά και τη στρατηγική, στον αντίποδα έχεις το «ντύσε τη Σίντι για να πάει στον κτηνίατρο». Είναι λες και η αυτό καθαυτό διανοητική ανάπτυξη των κοριτσιών σταμάτησε κάπου μετά τη Ντόρα τη μικρή εξερευνήτρια.
Αυτά είδε η Nadia Fink από την Αργεντινή, απηύδησε και έγραψε τις αντι-πριγκίπισες. Δύο (για αρχή) βιβλία με πρωταγωνίστριες τη ζωγράφο Frida Kalho και τη Χιλιανή τραγουδίστρια Violetta Parra, των οποίων οι ζωές ήταν κάθε άλλο παρά ονειρικές. Οι πολύ σκληρές σκηνές σαφώς και αφαιρέθηκαν, αφού τα βιβλία αναφέρονται σε κοινό κάτω των δεκατριών, αλλά το βαθύτερο νόημα της μαγκιάς του να αγωνίζεσαι για το καλύτερο στη ζωή σου –ω, τι έκπληξη– ακόμα και ως γυναίκα είναι κάτι παραπάνω από πασιφανές.
Η ίδια η Fink αναφέρει χαρακτηριστικά, πως σκοπός της ήταν να δείξει το παράδειγμα των γυναικών που δεν περιμένουν τον πρίγκιπα να τις σώσει. Αντ’ αυτού, λαμβάνουν εκείνες δράση.
Μπούχτισε κι η Αυστραλή Samantha Turnbull από «της πριγκίπισας και της νεράιδας το κάγκελο» που γινόταν στα παιδικά βιβλία κι έτσι έφτιαξε κι αυτή τις δικές της αντι-πριγκίπισες, μια παρέα κοριτσιών που στήνουν τη δική τους αντίσταση απέναντι στον περίγυρό τους, που τις βλέπει απλά ως κούκλες που χρειάζονται σώσιμο. Η σειρά απαρτίζεται από τέσσερα βιβλία και ξεκινά όταν η μητέρα της Emily δηλώνει συμμετοχή για εκείνη, παρά τη θέλησή της, σε καλλιστεία για κοριτσάκια.
Αν δεν καταρριφθούν τα κλισέ που ξεικινούν από τόσο μικρή ηλικία, δε θα αλλάξει ποτέ το κατεστημένο που παρουσιάζει τη γυναίκα ακόμα και ως όμορφη μεν, χαζή δε, αφού το μυαλό δεν το χρειάζεται. Ούτε πρόκειται να εκφυλιστεί η σωστή αυριανή μητέρα αν έχει άποψη, κρίση και δυνατότητα επίλυσης προβλημάτων.  Τη συγκεκριμένη καραμέλα που πιπιλάει το απανταχού club των συντηρητικών και στενόμυαλων καλύτερα να την καταπιεί μια και καλή.
Πρώτη δημοσίευση: mindthetrap.gr

Ένα like δε σημαίνει παντρειά


Παραδεχτείτε το!
Η τεχνολογία έχει γαμήσει το φλερτ.
Την αγαπάμε, την εκτιμάμε, τη ζωή μας πιο εύκολη έχει κάνει, μας ξεστράβωσε, και ευτυχώς, αλλά στον τομέα του φλερτ έχει κάνει μεγάλη ζημιά. Πάμε να κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή, να το δούμε καλύτερα.
Τη δεκαετία του ’70, ο ερωτευμένος άνθρωπος αναφωνούσε: «μου μίλησε!».
Τη δεκαετία του ’80, χαιρόταν που άκουσε το όνομά του σε αφιέρωση ερωτικής μπαλάντας στο ραδιόφωνο.
Στα ένδοξα 90’s, πετούσε από χαρά όταν το «πρόσωπο» έπαιρνε στα κρυφά τηλέφωνο στο σταθερό.
Από το 2000 και μετά, μια αναπάντητη αρκούσε για να χαμογελάει χωρίς λόγο.
Μέχρι που φτάσαμε και στο σήμερα, που το ερωτευμένο πιτσουνάκι είναι ικανό να πετάξει στον έβδομο ουρανό επειδή το κόλλημά του, του έκανε «Like».
Ώπα, βάστα!
Πριν αρχίσεις να φαντασιώνεσαι σκηνές από τα «Κορίτσια στον ήλιο» και τις «Εννιάμισι εβδομάδες», ποιος σου είπε, αγαπημένο μου παιδί, ότι σε γουστάρει;
Τις συσκευές με οθόνη αφής τiς ξέρεις. Έχεις εσύ, έχω εγώ, έχει και η μισή υφήλιος. Ένα βαριεστημένο πάνω-κάτω να κάνει ο άλλος στην κεντρική σελίδα του Facebook, έχει άθελά του πατήσει 5-6 likes –το ένα εξ’ αυτών σε διαφήμιση της έξυπνης σίτας–, έχει προσθέσει το κοινό προφίλ «Μαρία-Γιώργος Στρατηγού Παπαθανασίου» και τον Γουΐλι τον μαύρο θερμαστή από το Τζιμπουτί, κι έχει μπλοκάρει κατά λάθος το προφίλ του κολλητού του.
Ειδικά αν το like ήταν ένα και μοναδικό, ακόμα κάθεσαι περιμένοντας την πολυπόθητη ειδοποίηση;
Έγραψες ή ανέβασες κάτι όντως αστείο ή ενδιαφέρον. Ακόμα και σκόπιμα να το έκανες, μετά από πολυήμερο stalking στο προφίλ του θύματος για να βρεις τι του αρέσει, κι εκείνο με τη σειρά του να τσίμπησε, δε σημαίνει κάτι. Θες να μου πεις δηλαδή ότι με το που είδε την ανανέωση κατάστασής σου σε «Καρπούζια, πεπόνια, μπαμπού, καρεκλάκια, καστανόχωμα, αροκάριες, μπέντζαμιν», σε ερωτεύτηκε παράφορα. Όχι! Έτυχε το δει εκείνη τη στιγμή, το βρήκε αστείο, πάτησε το καταραμένο κουμπί, τέλος. 
Σταμάτα να πρήζεις τον περίγυρό σου με το τι θα πρέπει να ποστάρεις για να σου ξανακάνει like και τι αλγόριθμο πρέπει να χρησιμοποιήσεις ώστε να σου μιλήσει κάποια στιγμή και στο τσατ.
Αν σου κάνει και δεύτερο, τα πράγματα χειροτερεύουν. Δεν είναι πλέον τυχαίο το πράγμα, την προσοχή σου προσπαθεί να τραβήξει, δεν το καταλαβαίνεις; Και δώστου οι θεωρίες και τα σενάρια.
Συμμαζέψου όσο είναι καιρός…
Άμα το like έγινε και σε φωτογραφία σου, τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά.
Βαθιές ανάσες, εισπνοή από τη μύτη, εκπνοή από το στόμα κι επαναλαμβάνεις μέχρι να εξαφανιστεί ο κίνδυνος εμφράγματος.
Χαλάρωσες; Ωραία, τώρα άκου και δυο φωνήεντα.
Ναι, η φωτογραφία άρεσε. Τελεία. Δεν έχει άλλο.
Άμα σε πιάσω να σκέφτεσαι πως έγινε το μισό βήμα προς την κατάκτηση θα σε στείλω για λοβοτομή.
Να χαρείς, δε λέω, αλλά ξεκόλλα. Κι επίσης σταμάτα να το λες ακόμη και στο ντελιβερά που σου έφερε τους καφέδες στη δουλειά.
Αν σε γουστάρει όντως, θα εκδηλωθεί. Θα σου μιλήσει, είτε ευθέως είτε για πιο ασήμαντη αφορμή. Αν πάλι όχι, κι αυτό θα το καταλάβεις.
Αν εν τέλει καίγεσαι τόσο, γιατί δεν ξεκινάς εσύ την κουβέντα;
Σε αντίθετη περίπτωση, συνέχισε αν μπαίνεις κάθε τρεις και λίγο στο Facebook, περιμένοντας το επόμενο like.
Να σου πω, σ’ αφήνω τώρα.
Με σκούντηξε o Θανάσης, πάω να του κάνω poke back!
Πρώτη Δημοσίευση: pillowfights.gr





Εκλογοσυγκυβερνησιολογία: Ψυχογράφημα του εκλογικού σώματος.




Μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη φίλου, που θα τσούξει:



Όμορφες φθινοπωρινές καλησπέρες. Μέρες το γυρνούσα στο μυαλό μου, το έφερνα, το ξαναπήγαινα και δως του πάλι, επιτέλους ήρθε η ώρα.

Με πολλά άτομα ήρθα σε επαφή αυτές τις ημέρες που γεμάτα απορία αναρωτιόντουσαν πως είναι δυνατόν, ο ΣΥΡΙΖΑ με τα λάθη που έκανε και προπάντων οι ΑΝΕΛ, να επανεκλέγονται. Και δε μιλάμε για επανεκλογή. Μιλάμε για την ίδια κυβέρνηση. Και έχω μία ερώτηση να κάνω προς τον εαυτό μου, σε εσάς, στο ίδιο το εκλογικό σώμα. Τι σας κάνει εντύπωση? Είναι η ίδια ερώτηση που θα έπρεπε να κάνουμε στους εαυτούς μας χρόνια πριν όταν εκλεγόντουσαν τα ίδια κόμματα στην κυβέρνηση συνεχώς και συνεχώς. Παρόλα τα μέτρα που έπαιρναν παρά τη ρεμούλα το εκλογικό σώμα εξέλεγε ακριβώς τους ίδιους. Άντε με μία μάσκα και λίγο μακιγιαρισμένους με 4-5 προσθήκες ψευτοάφθαρτων προσώπων, το κόμμα μέσω των μηχανισμών του κατόρθωνε να επανεκλέγεται παρά τα οικτρά μέτρα που λάμβανε και ακόμη χειρότερα, παρά τη βαθιά διαπλοκή και διαφθορά στην οποία είχε περιπέσει η κοινωνία. Εμείς φταίμε. Είμαστε οι ίδιοι και απαράλλαχτοι. Μας μεταποίησαν οι ηγέτες μας και κατόπιν μείναμε οι ίδιοι. Μέχρι τη δεκαετία του ’80 οι Έλληνες πορευόταν πολύ ήρεμα, σαν μία μεταπολεμική κοινωνία με αξίες και συνεργασία μεταξύ των τάξεων. Το ελληνικό δαιμόνιο όμως έμελλε να ξυπνήσει. Και το ξύπνησαν οι παροχές των κυβερνήσεων στο όνομα της Ενωμένης Ευρώπης. Ναι ναι μη μπερδεύεστε παιδιά, αυτή που βρίζουμε όλοι τώρα. Με τις παροχές της κυβέρνησης τότε, η κοινωνία, που σαν άνθρωπος είναι μια μηχανή παραγωγής αναγκών, είχε την ανάγκη κατανάλωσης, ευμάρειας και ψευδοευδαιμονίας. Όμως οι παλιότεροι λένε κατι: Με ξένα κόλυβα δεν κάνεις μνημόσυνο. Έτσι λοιπόν το εκλογικό σώμα, εκπαιδεύτηκε σε ένα υπερκαταναλωτισμό, μία απίστευτη παροχή από το κράτος, χωρίς όμως να υπάρχει πρώτα από όλα η παροχή παιδείας και καλλιέργειας να γίνει όλο αυτό διαχειρίσιμο.

Έτσι ο λαός κατανάλωνε, ο ηγέτης βοηθούσε και όλοι πίναν κρασί, σαμπάνια και μοχίτο στο όνομα του. Δημιουργήθηκε μία τρόπον τινά μεσσιανική κοινωνία η οποία έβλεπε τα πάντα. Τις κλεψιές, τις ψεύτικες επιχορηγήσεις, τις παράνομες συντάξεις, τα σκάνδαλα με τα εξοπλιστικά συστήματα, τα ρουσφέτια, τις αναξιοκρατικές προσλήψεις, την απουσία κοινωνικού κράτους με σοβαρά και μακρόπνοα έργα. Ναι, τα βλέπαμε όλα αλλά φορούσαμε γυαλιά. Πράσινα, μπλέ, πορτοκαλοκόκκινα.

Ας είμασταν εμείς καλά και να χαμε το ξεροκόμματό μας και ας αδικούνταν ένα κομμάτι του πληθυσμού.  Ας κάναν απεργία οι νταλικέρηδες αλλά να μην συγκρουόταν τα συμφέροντά τους με τα δικά μας. Ας κυβερνάει όποιος θέλει, μόνο μη μας πάρει την κουτάλα από το χέρι και δεν θα χει μέλι να γλείψουμε αύριο και πως θα γίνει τώρα που το συνηθίσαμε.

Έτσι, πορευόμενοι φτάσαμε στο 2014. Που άρχισε ο καπιταλισμός να δείχνει το σκληρό του πρόσωπο, αλλά το πραγματικό του. Που είπε στα γεράκια της οικονομίας ότι έφτασε η ώρα να αυξηθεί η ταξική διαστρωμάτωση και να μεγαλώσουν οι αντιθέσεις. Να γίνουν στα αλήθεια οι πλουσιότεροι, μεγιστάνες και οι φτωχότεροι να αποδημήσουν είτε εις Κύριον είτε σε φίλια χώρα για παροχή υπηρεσιών με καλύτερες συνθήκες. Και ο κόσμος έψαχνε ένα αποκούμπι. Τι πιο ωραίο αποκούμπι απο τον Αλέξη και τον Πάνο. Από τη μία ένας σαραντάχρονος άφθαρτος και άκαος από τις αμαρτίες του παρελθόντος. Και κάνει τα ίδια. Ε, αυτό το εκλογικό σώμα, δεν θέλει να το πιστέψει.  Του άρεσε αυτή η αλά καρτ αριστερά της προόδου που φώναζε ο πατέρας της Ζωής, που διακύρηττε λάβρα ο Αλαβάνος αλλά μόνο ο Αλέξης δράττοντας την ιστορική ευκαιρία κατάφερε να πείσει ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί. Πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει την αδιαφιλονίκητη ελληνική ψυχολογία. «Εμείς θα έχουμε και την αμαξάρα μας, και το ιστιοπλοϊκό αλλά να προεδρεύει η αριστεράρα μας, όχι φόροι, ουστ μωρή Μέρκελ, βάλε λίγο κρασάκι να πιούμε.»

Ένα τέτοιο εκλογικό σώμα δε θα ψηφίσει τίποτε άλλο από Αλέξη. Με σύνθημα: »Τους κερδάμε, τους κερδάμε»
Το τραγελαφικό της υπόθεσης είναι ότι αυτός ο λαός έχει μνήμη χρυσόψαρου. Μα ο Καμμένος δεν ήταν χρόνια στέλεχος της παραδοσιακής δεξιάς; Τι άλλαξε;
Άλλαξε αυτό που σας είπα. Η ελληνική ψυχολογία και φιλοσοφία του Καμμένου: »Έχω κασέτες εγώ, έχω λίστες»
Δώσ' τες ρε μεγάλε στον εισαγγελέα! Και είναι λογικό να παρεισφρύουν μορφώματα όπως ο έτερος Καμμένος με αγνές ρατσιστικές προθέσεις και να εισέρχονται σε αυτό το πάνελ που συνθέτει την κυβέρνησή μας.

Το μόνο στο οποίο έχω καταλήξει είναι ότι η δική μας θρησκεία πρέπει να είναι η σωστότερη από όλες. Δε γίνεται τόσα λάθη, τόσα ατοπήματα, τέτοια απίστευτα πράγματα που έχουν συμβεί σ’αυτή τη χώρα να είμαστε ακόμα ζωντανοί, στη σκηνή, σα ροκ συγκρότημα.
Μας θέλει η Παναγία
Φιλιά στα μούτρα

Θάνος Πασχάλης - «Τα κακώς κείμενα»
Βρείτε τα «Κακώς κείμενα» και στο Facebook

Έχεις νιώσει τι θα πει saudade;

Η πορτογαλική λέξη «saudade» δεν έχει ακριβή μετάφραση σε καμία άλλη γλώσσα. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι προσεγγίζεται από τη λέξη «νοσταλγία», αλλά και αυτή δεν πιάνει ακριβώς το νόημά της. Σε απλά ελληνικά λοιπόν, είναι το συναίσθημα νοσταλγίας και λαχτάρας για κάποιο πρόσωπο, κυρίως ερωτικού ενδιαφέροντος, που όμως κρύβει καταπιεσμένα συναισθήματα, γιατί η επιστροφή του είναι αμφίβολη.
Αν ακούσεις fados, τα παραδοσιακά τραγούδια της Πορτογαλίας, θα νιώσεις το συναίσθημα χωρίς να χρειαστεί να καταλαβαίνεις τη γλώσσα. Η μουσική από μόνη της έχει έναν περίεργο τόνο χαρμολύπης. Παρ’ όλα αυτά, το έχεις βιώσει και χωρίς να εντρυφήσεις στην πορτογαλική κουλτούρα.
Αν έχεις μια παρόμοια εμπειρία που σχετίζεται με πρόσωπο που βρίσκεται μακριά, δεν επικοινωνείτε και δεν υπάρχει ενδεχόμενο επιστροφής ή αλλαγής της κατάστασης προς το καλύτερο, θα βρεις αυτή τη μίξη νοσταλγίας και λαχτάρας σε καθημερινά πράγματα.
Θ’ ακούσεις τραγούδια που έχεις συνδυάσει με κάποια κατάσταση του παρελθόντος. Η ζωντανή εκτέλεση θα σε κάνει να συγκινηθείς περισσότερο, λόγω του μη αναμενόμενου του πράγματος και του κρασιού που σου κάνει παρέα. Μπορεί να το ακούσεις τυχαία στο ραδιόφωνο καθώς οδηγείς ή στη λίστα τυχαίας αναπαραγωγής του mp3 περιμένοντας τον ηλεκτρικό. Στην πρώτη περίπτωση, θα παρκάρεις παραπέρα και θα ανάψεις τσιγάρο ενώ προσπαθείς να συγχρονίσεις ασυναίσθητα τη μουσική με τα αλάρμ. Στη δεύτερη, θα μείνεις να κοιτάς τις ράγες.
Θα μυρίσεις ένα άρωμα περαστικού ή τη μυρωδιά ενός φαγητού. Θα γυρίσεις το κεφάλι σου προς την κατεύθυνση από την οποία μπορεί να προέρχεται η μυρωδιά, με την ευχή να δεις το πρόσωπο που θέλεις, ακόμα κι αν ξέρεις πως οι πιθανότητες είναι πολύ μικρές. Θα ανακαλέσεις όμως τη στιγμή που συνδύασες μ’ αυτό τον τρόπο.
Θα δεις σε άλλους ανθρώπους κινήσεις ή συμπεριφορές που θυμίζουν εκείνον που λείπει. Εκεί είναι που πρέπει να προσέξεις, για να μη γίνει γι’ αυτόν και μόνο το λόγο αντικείμενο του πόθου. Όπως επίσης και όταν η ομοιότητα είναι φυσιογνωμική, που κάνει το παιχνίδι ακόμα πιο δύσκολο και τις αντιστάσεις μικρότερες.
Δε χρειάζεται απαραίτητα και κάποια συγκυρία, αν όντως θέλεις να θυμηθείς. Φτάνουν ένα αστείο περιστατικό και μια όμορφη στιγμή για να σκεφτείς «μακάρι να ήταν εδώ!».  Ένα ραδιόφωνο αυτοκινήτου κολλημένο στο να παίζει το ίδιο CD του Μητροπάνου ή το «500 miles», μια βραδιά στην παραλία με την παρέα και το πώς τάπωσες τη στριμμένη εφοριακό αρκούν. Στην αρχή γελάς, σκέφτεσαι το πώς θα ήταν, αλλά στο τέλος μελαγχολείς.
«Saudade» είναι όλες εκείνες οι στιγμές. Τις οποίες, ευτυχώς ή δυστυχώς, τρέφει η ελπίδα, που ως γνωστόν είναι πολύ σκληρή για να πεθάνει.
Αν εν τέλει παραδώσει τα όπλα, να έχεις τη βεβαιότητα πως έχει σκοτώσει πρώτα εσένα.
Πρώτη Δημοσίευση: pillowfights.gr



Ο Περίανδρος ΠώPortas της Πορτογαλίας

Μην ανησυχείτε, δεν είμαστε μόνοι μας. Η Πορτογαλία προσεγγίζει την Ελλάδα σε επίπεδο σουρεαλισμού. Δευτέρα πρωί λοιπόν στην αμφότερη «θαυματουργή» χώρα, και πέφτει σην αντίληψή μου δημοσίευμα εφημερίδας με δηλώσεις του Paulo Portas (παρ’ την πόρτα σ’ και φύγε), υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και μέλος του δεξιού και πιο δεξιού κυβερνητικού συνασπισμού στη χώρα του μπακαλιάρου.
Ο κύριος Portas λοιπόν, δήλωσε πως η κυβέρνησή του νοικοκύρεψε τη χώρα, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τις Πορτογαλίδες γυναίκες, που ξέρουν ότι έχουν καθήκον να οργανώνουν το σπίτι, να πληρώνουν τους λογαριασμούς, να φροντίζουν τους γέρους και να μεγαλώνουν τα παιδιά. 
Πετυχεσιά μεγάλη φίλε μου. Έχει κι άλλους η μάνα σου σαν κι εσένα; Αν και εσύ, ως αντιπρόεδος κυβερνητικού σχηματισμού φτάνεις και περισσεύεις. Αφού κατάφερα να περιμαζέψω ό,τι είχε απομείνει από το σαγόνι μου που έπεσε στο πάτωμα, άρχισα να απορώ πως ακόμη υπάρχουν άτομα, και ιδίως γυναίκες , που πρόκειται να τον ψηφίσουν και να ενστερνιστούν την άποψή του.
Οφείλω να του δώσω συγχαρητήρια για την αποτελεσματικότητα της πειθούς του παρ’ όλα αυτά. Δεν είναι τυχαίος ο ισχυρισμός του, όταν η νοοτροπία των κατοίκων της χώρας τον ακολουθεί πιστά. Έχεις πετύχει τη συνταγή σου όταν έχεις κάνει ένα λαό να σκύβει το κεφάλι και να λέει «αφού έτσι πρέπει, θα το επωμιστώ».
Σε μια χώρα που οι ταξικές διαφορές είναι ολοφάνερες στην καθημερινή ζωή, που οι ίδιες οι γυναίκες εν έτη 2015 θυματοποιούνται για τη μοίρα τους, ο Portas και ο κάθε μπαλκονόπορτας έχουν κάνει καλά τη δουλειά τους. Το βλέπεις στις καθημερινές σου συναναστροφές.
Την πρώτη φορά που συνάντησα μια κοπέλα που έμενε σε μια καταπιεστική σχέση γιατί «τώρα, πάει, με αυτόν είμαι, αυτή είναι η ζωή μου» νόμιζα πως είχα να κάνω με μια απελπισμένη και παραιτημένη μειοψηφία. Βλέποντας όμως το φαινόμενο να επαναλαμβάνεται επικίνδυνα, άρχισα να ανησυχώ πως αυτή η μερίδα δεν είναι και τόσο μειοψηφία όσο φαίνεται.
Αν δε φτάσουμε και στο επίπεδο των παντρεμένων γυναικών, που διακατέχονται από μίξη ορμονών και πολυετούς υπομονής, τα πράγματα είναι χειρότερα. Κλαίγονται για το «σταυρό που κουβαλάνε», καθώς έχουν υποχρέωση να κάνουν αυτά που λέει ο Πόρτας κι ακόμα περισσότερα. Η συζήτηση και ο διαμοιρασμός των καθηκόντων στην οικογένεια δεν είναι λύση και δεν ήταν ποτέ, γι’ αυτό και οι περισσότερες έχουν γίνει καρικατούρες συμπεριφοράς, που βγάζουν το άχτι τους στον καφέ με τις γειτόνισες, με τη δικαιολογία ότι η ζωή τους είναι έτσι και είναι θέλημα Θεού.
Καλωσήλθατε πίσω στο 1950, σε μια χώρα που η δικτατορία έφυγε μόνο στα χαρτιά. Είναι ριζωμένη στον τρόπο ζωής πολλών ανθρώπων και όσο οι πολιτικές λιτότητας και ο ευτελισμός των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων συνεχίζεται, αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει προς το καλύτερο.
Μετάφραση της φωτογραφίας: «Είναι τόσο ωραίο να κοροϊδεύεις αυτούς τους ηλίθιους, Passos (Coelho, πρωθυπουργάρα), είχες δίκιο, είναι μια τρέλα. Πάρτε ακόμα ένα μέτρο λιτότητας στη μάπα.»
Πρώτη Δημοσίευση: mindthetrap.gr



Συγκατοίκηση με το ζόρι δε γίνεται

Όταν η Ειρήνη βρήκε το φούτερ του Πάνου πεταμένο στο πουφ του σαλονιού εκείνο το πρωί Τετάρτης, ένιωσε μια απίστευτη ανακούφιση. Έφυγε άρον – άρον στις 6 το πρωί για δουλειά και δεν πρόλαβε καν να τον χαιρετήσει. Με την τύχη δε που είχαν οι προηγούμενες σχέσεις της, υπήρχε μεγάλη περίπτωση να μην ξαναγύριζε και ποτέ. Με το φούτερ στο σπίτι, είχε περισσότερες πιθανότητες. Μέχρι το βράδυ, που ξαναήρθε, η Ειρήνη δεν το είχε βγάλει από πάνω της.
Την επόμενη μέρα, ο Πάνος ξέχασε στο μπάνιο την οδοντόβουρτσά του στην άκρη του νιπτήρα. Την είδε η Ειρήνη και με ένα μειδίαμα ικανοποίησης την έβαλε στο ποτηράκι. Τη μεθεπόμενη, ένα ζευγάρι άπλυτες κάλτσες. Μια βδομάδα μετά, τον σταθερό υπολογιστή του. Ένα μήνα αργότερα, τα ταπεράκια με το φαγητό της μαμάς του. Πάνω στο τρίμηνο, ένα τουμπερλέκι και στα καπάκια τον παιδικό του φίλο τον Νώντα απ’ την Καισαριανή, που παίζανε μαζί World of Warcraft.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που, ανεξαρτήτως φύλου επωφελούνται από μικρές εξάρσεις δήθεν τρυφερότητας, όχι απλά για να οριοθετήσουν την περιοχή τους, αλλά και για να εγκατασταθούν σταδιακά εκεί, ποντάροντας στον ενθουσιασμό, την ανασφάλεια, ακόμα και το τακτ του συντρόφου.
Ο βασιλιάς των κλισέ, η οδοντόβουρτσα, λειτουργεί επιτυχημένα ως test drive. Η ατάκα δε του κατόχου και διάφορες εκδοχές, ανάλογα με το ύφος του συντρόφου.
Από την  ανήξερη εκδοχή του «Έλα ρε, την ξέχασα;», στη δήθεν θιγμένη του «Πώς κάνεις έτσι για μια οδοντόβουρτσα;», στην ούτε γάτα - ούτε ζημιά – ξαναπροσπαθήστε αργότερα του «Θα περάσω να την πάρω μεθαύριο» και στην επίκληση στο συναίσθημα «Σε πειράζει να την αφήσω εκεί να μην την κουβαλάω πέρα-δώθε;», όλες πλαισιωμένες με το κατάλληλο υποκοριστικό, όπως ταιριάζει στο φύλο τους και την όλη ταυτότητα του wannabe οργανισμού-ξενιστή.
Τα κίνητρά τους, μάλλον ποικίλουν ανάλογα με τα δημογραφικά τους χαρακτηριστικά. Μεταξύ των συνήθων υπόπτων θα βρεις γυναίκες διψασμένες για αποκατάσταση, άντρες βαριεστημένους που προσπαθούν να πουλήσουν έρωτα με αντάλλαγμα χορηγό ή σε πιο απλές περιπτώσεις, υπερβολικά προσκολλημένους συντρόφους, παράλογα ζηλιάρηδες και κοντρόλ φρηκς. Μεταξύ μας, παίζει να συμβαίνει και με τους μονόπλευρα ερωτευμένους, αλλά δεν τους το λέμε μέχρι να ξυπνήσουν από μόνοι τους.
Λυπάμαι παιδιά, εδώ κατεβαίνετε. Τέλος της διαδρομής ροζ συννεφάκι. Το «μείνε μαζί μου κι ας μη μ’ αγαπήσεις – και λίγο λίγο θα με συνηθίσεις» δεν έχει καμιά εφαρμογή εδώ. Στις ακραίες περιπτώσεις που σχέσεις συνεχίζουν να επιβιώνουν κατ’ αυτό τον τρόπο, με το ζόρι, είναι δεδομένη μια δυστυχισμένη καθημερινότητα που ενίοτε φοράει κι από καμιά μάσκα, για να ξεγελιέται ο κόσμος. Στο κάτω-κάτω, πιο όμορφο δεν είναι να περιμένεις από την άλλη πλευρά να σου προτείνει να φέρεις κάτι σπίτι;  
Το μαζί με το στανιό σκοτώνει. Το μαζί γιατί μπορούμε φουντώνει!

Πρώτη Δημοσίευση: pillowfights.gr




Mην αναλύεις το παραμικρό!

Κι όμως υπάρχει έκρηξη παρόμοιας ισχύος με αυτές της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι. Όχι, δεν ήρθε (ακόμα) η συντέλεια του κόσμου, αλλά στο μυαλό των overthinkers ακόμα και αυτό το σενάριο είναι πιθανό. Είναι σίγουρη πάντως η έκρηξη που λαμβάνει χώρα στον εγκέφαλό τους όταν αρχίσουν να σκέφτονται – και αλίμονο σε όποιον παρασύρει το ωστικό κύμα.
Ας τα κάνουμε λίγο πιο λιανά για όσους δεν ανοίγουν έναν Μπαμπινιώτη:
Overthinking, το: ουσιαστικό γένους ουδέτερου. Το κάψιμο της φλάντζας σου, η υπερανάλυση, τα σενάρια, όλα όσα κάνεις όταν το παρα-σκέφτεσαι – φτάνει, το ‘καψες με το overthinking σου.
Overthinker, ο-η: ουσιαστικό unisex (όπως όλα αυτά τα εισαγόμενα από την εγγλεζική). Το άτομο που κάνει το overthinking – Καλά, πολύ overthinker η Νίτσα. Άκου να δεις τι μου είπε προχτές, με έστειλε.
Το φαινόμενο του overthinking μπορεί να πάρει πολλές μορφές.
Είναι η θεία σου από το Κουκάκι που πήγε κατά λάθος στο μανάβη με τα ρόλει στο μαλλί, νομίζει πως έγινε η νέα persona non-grata της γειτονιάς και πως σύντομα θα εξοστρακιστεί.
Είναι ο κολλητός που σε βάζει να κάνεις φιλολογική επιμέλεια στις απαντήσεις που θα δώσει στην κοπέλα που φλερτάρει μέσω τσατ, κι από πάνω σε κατηγορεί γιατί «παίζει εκείνη να το πήρε στραβά, επειδή απαντούσε μονολεκτικά».
Είναι η συνάδελφος από το γραφείο που είναι βέβαιη πως σήμερα όλοι την κοίταζαν περίεργα, γιατί κάποιος την άκουσε που έθαβε τον υποδιευθυντή όταν έπινε καφέ με την ξαδέρφη της το Σάββατο. Στο μπαλκόνι του σπιτιού της. Στο ρετιρέ. Tου 6ου. Στην άλλη άκρη της πόλης.
Μεταξύ μας, δεν είναι και ό,τι καλύτερο ο σύγχρονος τρόπος ζωής για τη διατήρηση της προσωπικής μας ηρεμίας. Εκτός από τους δικούς του δαίμονες, ο καθένας έχει να αντιμετωπίσει χίλια δυο ευτράπελα, προβλήματα και ανησυχίες σε καθημερινή βάση. Διαφέρει όμως πολύ το καθημερινό στρες από την αδιάκοπη παραγωγή σεναρίων που πολλαπλασιάζονται γρηγορότερα και από αποικίες Escherichia coli (κάτι κολοβακτηρίδια, κωλοχαρακτήρες, μη σου τύχουν – κι αν έχεις όμως; Τρέχα εξετάσου!)
Ενώ η πρώτη κατηγορία ανθρώπων είναι πλέον αποδεκτή και δικαιολογημένη, οι εκπρόσωποι της δεύτερης δείχνουν ότι ψάχνουν να βρουν αφορμή για να παρατείνουν μία δυσάρεστη κατάσταση ή να δημιουργήσουν καινούργιες, όταν αντιληφθούν ότι δεν έμεινε άλλη συμφορά να προσθέσουν στην τρέχουσα.
Καθετί που δεν έχει την έκβαση που επιθυμούν έχει μόνο τη χειρότερη εναλλακτική ως πιθανό αποτέλεσμα, με αυτό να εξαρτάται πάντα από την ιδιότητα και τη φαντασία του «σεναριογράφου».
Έστω τυχαία οντότητα, λοιπόν, ο Μπάμπης. Ο Μπάμπης δε σηκώνει το τηλέφωνο.
Aν ο overthinker είναι η μητέρα του, ο Μπάμπης είναι ήδη νεκρός. Χθες μόλις είπε ότι θα έβγαινε μαζί μ’ εκείνη την Άσπα ποτέ δεν τη χώνεψε. Στα μαγαζιά που τον πάει «αυτή», σίγουρα θα του ρίξανε κάτι στην κοκακόλα. Σε ακραίες περιπτώσεις, η μητέρα έχει αρχίσει ήδη τις κλήσεις σε φίλους και στα νοσοκομεία της περιοχής.
Αν τα σενάρια πλάθει η κοπέλα του, ο Μπάμπης σίγουρα την κερατώνει. Όλο κάτι νοήματα κάνει σε άγνωστες και ποιος ξέρει αν αυτός ο Πέτρος που όλο τον παίρνει τηλέφωνο δεν είναι τελικά Πετρούλα. 
Όσο αστεία και να ακούγονται τέτοια περιστατικά, υπάρχουν άνθρωποι των οποίων η καθημερινότητα βασίζεται σε παρόμοιο σκεπτικό. Ταλαιπωρούν τον εαυτό τους και ταυτόχρονα κάνουν τον περίγυρό τους να αγανακτεί. Καταναλώνουν φαιά ουσία σε αβάσιμα συμπεράσματα και αδυνατούν να ακολουθήσουν έναν τρόπο σκέψης με λογικές ερωταπαντήσεις και επιχειρήματα.
Δεν είναι μόνο θέμα χαρακτήρα. Ο κοινωνικός περίγυρος και κυρίως το άμεσα οικογενειακό περιβάλλον έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση αυτών των χαρακτηριστικών. Αν πρόκειται για έξαρση άγχους, το άτομο θα επανέλθει στον φυσιολογικό τρόπο σκέψης ευκολότερα από κάποιον που έχει γαλουχηθεί με το να κάνει μονίμως παράλογες και υπερβολικές εικασίες.
Ο δεύτερος ίσως χρειαστεί περισσότερο χρόνο και απομυθοποίηση των παραγόντων που τον φέρνουν σε μειονεκτική θέση απέναντι στο περιβάλλον του. Διότι το πιθανότερο είναι ότι η υπερβολή στη σκέψη λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας απέναντι σ’ αυτή την αίσθηση κατωτερότητας. Η γνώση όλων των πιθανών εκβάσεων και ιδίως των χειρότερων εκδοχών δημιουργεί ένα πλαστό αίσθημα ετοιμότητας απέναντι σε ένα άκρως ανώτερο –κατά τη γνώμη τους– περιβάλλον.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που θύματα του overthinking πέφτουν συνήθως γυναίκες και άτομα με χαμηλή αυτοπεποίθηση, λόγω της ψευδαίσθησης που έχει εσφαλμένα δημιουργηθεί ότι αδυνατούν να τα καταφέρουν μόνοι τους.
Είναι όμως δύσκολο να φύγει το χούι, οπότε θα το πάμε αργά.
Την επόμενη φορά που θα αρχίσετε να κάνετε σενάρια, ξεκινήστε τουλάχιστον από τις πιο απλές εκδοχές.
Πρώτη Δημοσίευση: pillowfights.gr